Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2010

Σούζη τρως!!!

Δεν υπάρχει σπίτι, γραφείο, μαγαζί, ουρά στην τράπεζα και στάση λεωφορείου που οι ίδιες κουβέντες να μην επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά καθημερινά εδώ και μερικούς μήνες. Άλλοτε οι συζητήσεις είναι συγκαταβατικές και καταλήγουν με μια παραίτηση ‘Τι να πεις, πρέπει κάτι να γίνει’ και άλλοτε πυροδοτούν καβγάδες που τελειωμό δεν έχουν, καθώς ο ένας κατηγορεί τον άλλον για αυτά που τόσα χρόνια ήταν κοινό μυστικό ότι πηγαίνανε στραβά.
Αυτά βέβαια μπορώ μόνο να τα αφουγκραστώ. Μπορώ να τα διαισθανθώ από τα νέα που μου δίνει η μητέρα μου στο τηλέφωνο και από αυτά που μου λένε οι φίλοι μου στο msn. Κι από τα σάιτ και τα μπλογκς και όλα τα νέα που καταφέρνουν να φτάσουν στο Λονδίνο είτε διαδικτυακά είτε ακόμα στις σελίδες της Evening Standard που διαβάζω στο μετρό. Μέρα παρά μέρα όλο και κάπου θα διαβάσω για την κατάσταση στην Ελλάδα και για τον κόσμο στους δρόμους. Οι (αλλοδαποί) φίλοι μου με ρωτάνε ‘άσχημα τα πράγματα ε; όλοι πάλι απεργούν’. Χθες το βράδυ λοιπόν και ενώ δούλευα, με ρώτησε ένας συμπατριώτης που δεν είναι μόνιμος κάτοικος Λονδίνου γιατί οι Άγγλοι μας πηγαίνουν τόσο κόντρα και αν δεν μας συμπαθούν. Επίσης ήθελε να μάθει τι πιστεύω εγώ – ως ουδέτερη – για την κατάσταση στην Ελλάδα και πως πιστεύω ότι θα αλλάξουν τα πράγματα. Φυσικά, ο χώρος εργασίας μου δεν επιτρέπει βαθυστόχαστες συζητήσεις για την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της χώρας και ούτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ποτέ ότι είναι ουδέτερος σε τέτοιες περιπτώσεις. Προσπαθώντας να εκφράσω τι πιστεύω κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: αυτή τη στιγμή η Ελλάδα είναι σαν τη Σούζη. Τη Σούζη τρως; Ξέρετε, από την γνωστή σκηνή στην ταινία με την Ρένα Βλαχοπούλου.
Η Σούζη λοιπόν δεν έβαζε κάτω το πιρούνι. Δώστου, δώστου οι ορθοπεταλιές και όχι με τίποτα ταπεινά λαχανικά και φρούτα ή έστω το τυπικό greek yoghurt and honey, που είναι σίγουρο ότι όλοι εδώ στο εξωτερικό νομίζουν ότι είναι στάνταρ ένα από τα καθημερινά μας γεύματα. Έτρωγε πλουσιοπάροχα, με τα φουά γκρα της, με τα πατέ της, με τα τσάτνεϊ και της Βελγικές της σοκολάτες. Καλόμαθε λοιπόν η Σούζη στα σύκα (για να μην την πούμε και γριά), έκοψε το γυμναστήριο, έκοψε και τις δουλειές του σπιτιού (προσέλαβε βοήθεια από τα Βαλκάνια) που την κρατούσαν και λίγο σε φόρμα και, πριν το καταλάβει, στρογγύλεψε. Δεν την είχε πάρει βέβαια και ο καημός γιατί με τούτα και με εκείνα άρχισε τα λούσα και τους μόδιστρους να της ράβουν συνολάκια.
Βρέθηκε λοιπόν η μέρα που η Σούζη θέλησε να βάλει ‘αυτά τα καινούρια τα μίνι’ και ξεκίνησε να πάει στη μοδίστρα. Βέβαια κορσέ δεν ήθελε να φορέσει στην μοδίστρα γιατί δεν ήτανε δα και τόσο χοντρή γιατί υπήρχαν άλλες πιο χοντρές που μπροστά τους ήτανε Τουίγκυ. Πάει να βάλει το φουστάνι η Σούζη αλλά τίποτα. Δεν κατέβαινε από την κοιλιά. Κι όταν τη μάλωσε η μοδίστρα ότι έφαγε, η Σούζη μας είπε ότι δεν τρώει κι ότι κάνει δίαιτα. ‘Η στεναχώρια με παχαίνει. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις τους άλλους να τρώνε και εσύ να μην τρως τίποτε;’ Αλλά η Σούζη ΚΑΙ ψεύδεται ΚΑΙ (κρυφό-)τρώει.
Δυστυχώς όπως και στη Σούζη μας, και στον καθέναν μας άλλωστε, ποτέ δεν αρέσει να ακούει ότι έχει παχύνει. Μπορεί να το βλέπεις, να το νιώθεις, να μην σου κάνουν πια τα ρούχα σου, αλλά αν στο πει ο άλλος αμέσως πειράζεσαι, ενοχλείσαι και νιώθεις ότι το κάνει από εμπάθεια. Το πρόβλημα όμως δεν το έχει αυτός που σου δείχνει με το δάχτυλο την περιφέρειά σου που έχει πια ξεχειλίσει. Αν εσύ δεν καταλάβεις ότι τα φουστάνια (ή τα κοστούμια αντίστοιχα) που θέλεις να ράψεις για τον εαυτό σου δεν θα σου κάνουν αν δεν το κλείσεις επιτέλους το ρημάδι, δεν θα στο βάλει κανένας στο μυαλό.
Και έχει βρεθεί λοιπόν τώρα η Σούζη μας σε όλα τα κέντρα αδυνατίσματος. Διαιτολόγοι παρελαύνουν από μπροστά της και της προτείνουν τη δίαιτα Άτκινς, τη δίαιτα της ομάδας αίματος, τη δίαιτα της λαχανόσουπας. Τη βάζουν σε bootcamp και στο τέλος να το δείτε θα γίνει και ριάλιτι ‘The biggest Loser, Europe’ κυριολεκτικά και μεταφορικά. Φυσικά και με το αζημίωτο όλα αυτά. Γιατί όποιος ξεκίνησε μια μέρα να χάσει το βάρος ενός ολόκληρου ανθρώπου από πάνω του, ξέρει ότι τα ινστιτούτα καλλονής κοστίζουν πολύ ακριβά. Το ίδιο και οι συνδρομές στο γυμναστήριο που πια γίνονται με συμβόλαιο χρόνου και άνω. Και η Σούζη έχει ανέβει στο διάδρομο και τρέχει. Ατσούμπαλη καθώς είναι και παραπονιάρα ‘γιατί υπάρχουν άλλες πιο χοντρές από εκείνη’ και ο οργανισμός της δεν έχει μάθει τώρα τελευταία στις στερήσεις.
Τα γυμναστήρια μπορεί να την κοροϊδεύουν λίγο και στα ινστιτούτα καλλονής να πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες αλλά αν η Σούζη δεν το πάρει απόφαση ότι τέρμα τα χαβιάρια και τα φουά γκρα και οι τηγανιτές πατάτες και ότι αν δεν κουνήσει λίγο τον αφράτο της ποπό μπας και μικρύνει λίγο δεν θα μπει όχι στα μίνι αλλά ούτε στα παλιά της ρούχα, τότε θα καταντήσει σαν κάτι χαρακτήρες σε αμερικανικές σειρές που τους βρίσκουν μια μέρα στο εξαθλιωμένο διαμέρισμά τους και οι σάρκες τους έχουν γίνει ένα με τον καναπέ ή το κρεβάτι.

Ελένη Σάρδη

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Και πίνω μπύρες, πίνω μπύρες, πίνω μπύρες...

Εδώ και έξι περίπου χρόνια, συλλέγω μπουκάλια από μπύρες...
Ξεκινώντας από μια ξανθιά Fischer ένα καλοκαιρινό βράδυ
σε μια μπυραρία, κοντεύω πλέον να τα εκατοστήσω...


Κάθε ένα μου θυμίζει τη στιγμή που πέρασα πίνοντάς το,
το μαγαζί που βρισκόμουν, την παρέα που είχα, το ταξίδι που έκανα,
ή το φίλο που μου το χάρισε, γνωρίζοντας τη μανία μου αυτή...


Το πιο παλιό μπουκάλι είναι ηλικίας περίπου εξήντα ετών (το πρώτο από αριστερά στην φωτογραφία επάνω). Ήταν κρυμμένο σε ένα παλαιοπωλείο στην Ολλανδία. Πολλά τα έχω φέρει από το εξωτερικό ενώ αρκετά μου έχουν φέρει φίλοι μου ύστερα από δικά τους ταξίδια...


Από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία (χικ...) μπορούμε να τα
θεωρήσουμε ως έργα τέχνης. Το σχήμα των μπουκαλιών, οι ετικέτες
τους είναι πραγματικά εντυπωσιακά... Για να μην πω για
τη γεύση που έχουν μερικές απο δαύτες...
Όλες οι αισθήσεις συμμετέχουν...

Πολλά μπουκάλια τα έχω ακόμα μέσα σε κιβώτια
καθώς η έλλειψη χώρου και η σκόνη είναι οι μόνοι
ανασταλτικοί παράγοντες στην πλήρη έκθεση της συλλογής μου,
επιφυλάσσομαι όμως...
Υπάρχουν διακόσιες χιλιάδες διαφορετικά labels σε όλον τον
πλανήτη... Θα τα καταφέρω ποτέ άραγε;

Ο στόχος είναι μάλλον ανέφικτος... Θα ήμουν όμως σε χειρότερη
θέση αν δεν είχα ορισμένους "μεγάλους ευεργέτες" όπως
το φίλο Θάνο Πλέσσα που με θυμάται σε κάθε του ταξίδι,
τον Αντρέα Τσοπανάκη και τις επιδρομές του στα Sainsbury's,
τον καθηγητή μου κι επίσης συλλέκτη
Σπύρο Παπασπυρόπουλο, τη φίλη μου τη Μυρσίνη που
έψαχνε για μπουκάλια στο μακρινό Σικάγο...

Απομεινάρια της παλιάς πόλης

Μια εποχή που αργοπεθαίνει...


η τσιμεντένια ασχήμια όμως δεν έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά...

τα απομεινάρια της παλιάς πόλης φιλοξενούν παλιούς...

και νέους "ιδιοκτήτες"...


Υπάρχουν ακόμα γειτονιές όπου ο χρόνος κυλάει αλλιώς...

ο αέρας μυρίζει διαφορετικά...

τα αυτοκίνητα δεν βγάζουν καυσαέρια...

κι όταν ο ήλιος αρχίζει να πέφτει, αντί να ξεθωριάζουν...

τα χρώματα της παλιάς πόλης ζωντανεύουν!